Search

Content

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

στους δρόμους που χαθήκαμε

Την έβλεπε που κάπνιζε, κάπνιζε συνέχεια. Το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, χωρίς σταματημό. Περίμεναν και οι δύο τον προαστιακό, βέβαια εκείνη βρισκόταν στην απέναντι μεριά. Η αλήθεια είναι πως είχε περάσει αρκετή ώρα στο περίμενε, αλλά αυτό δεν ήταν λόγος για να καπνίζει τόσο.Απ'τη μια φαινόταν σαν κάτι να την απασχολούσε βασανιστικά και απ' την άλλη σαν να μη σκεφτόταν τίποτα απολύτως. Είχε περάσει καιρός από τότε που μια κοπέλα είχε καταφέρει να του τραβήξει την προσοχή σε τέτοιο βαθμό. Παρακολουθούσε εδώ και ώρα με ευλάβεια τις κινήσεις της, το βλέμμα της, τους μαύρους κύκλους κάτω απ' τα μάτια της, τις συσπάσεις του προσώπου της, τα χέρια της, τα μαλλιά της. Εκείνη χαμπάρι δεν είχε πάρει. Συνέχιζε να τραβάει ρουφηξιές απ' το τσιγάρο της και να τσεκάρει τακτικά το κινητό της. Τα μαύρα της μαλλιά ταίριαζαν απόλυτα με τα πανέμορφα θλιμμένα μάτια της. Έμοιαζε τόσο ευάλωτη κι απόμακρη. Η όλη εμφάνιση της προσέδιδε κάτι το μυστηριώδες και το ατίθασο. Ήθελε να απαλύνει τον πόνο της. Ήθελε να την κάνει δική του.
Γιατί δεν την έπαιρνε τηλέφωνο; Γιατί δεν της έστελνε τίποτα; Είχαν περάσει είκοσι ολόκληρα λεπτά απ' την ώρα του καυγά κι εκείνος ακόμα να την πάρει τηλέφωνο. Έχασε επίτηδες τον προαστιακό γιατί περίμενε να την πάρει τηλέφωνο. Να τρέξει από πίσω της. Πρώτη φορά που αργούσε τόσο. Συνήθως, μετά από κάθε καυγά εκείνη έφευγε τρέχοντας, λέγοντας πως δεν ήθελε να τον ξαναδεί μπροστά της. Βέβαια εκείνος, καθόλου σημασία δεν έδινε σ' αυτό, αφού ποτέ έως τώρα δεν την είχε αφήσει να φύγει έτσι. Πάντα την άρπαζε απ' το μπράτσο και την πήγαινε πίσω στο σπίτι, πριν προλάβει να απομακρυνθεί πολύ. Αλλά τώρα, γιατί δεν την έπαιρνε; Είπαν βαριά, άσχημα λόγια, αλλά αυτό γινόταν πάντα. Εκείνη του τα έλεγε για το καλό του, για να τον προστατέψει. Και αυτός το ήξερε. Τα τσιγάρα της σχεδόν τέλειωναν, δεν άντεχε άλλο την αγωνία.
Πήγε και πήρε πάγο απ' το ψυγείο για να τυλίξει το ματωμένο χέρι του. Τσακωνόταν για ακόμη μια φορά μαζί της και πάνω στα νεύρα του έδωσε μπουνιά πάνω στο γυάλινο κάδρο που βρισκόταν πάνω απ' το γραφείο του. Έβαλε τόση δύναμη που το κάδρο έσπασε και μερικά απ' τα γυαλιά του άνοιξαν πληγές στο χέρι. Ήταν έτοιμος να την πάρει τηλέφωνο και να της φωνάξει να γυρίσει πίσω. Όμως αυτή τη φορά κάτι τον σταμάτησε. Ήξερε πως με το να την φέρει πάλι εδώ, τίποτα δε θα άλλαζε. Θα έμενε κολλημένος στις παλιές, κακές συνήθειες που εκείνη τόσο απεχθανόταν. Σιχαινόταν που το έκανε αυτό στον εαυτό του, αλλά όση προσπάθεια κι αν κατέβαλε δε μπορούσε να σταματήσει με τίποτα. Οπότε για το καλό της, αποφάσισε αυτή τη φορά να μην την πάρει τηλέφωνο. Με δάκρυα στα μάτια διέγραψε τον αριθμό του κινητού της και πλησίασε την πόρτα. Πήρε τα κλειδιά και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του κολλητού του για να πάρει τη δόση του.
Δε μπορούσε να σκεφτεί λογικά. Δεν ήθελε να σκεφτεί λογικά. Τον αγαπούσε. Με τα προβλήματά του, με τα όλα του. Έτσι κι αλλιώς ο πόνος του είχε γίνει πια δικός της. Μακάρι να μπορούσε να βάλει ένα τέλος σε ό,τι τον βασάνιζε και να ξεκινούσαν πάλι απ' την αρχή. Απ' το μηδέν. Ήξερε πως κάτι τέτοιο δε θα γινόταν ποτέ, γιατί εκείνος ήταν τόσο ξεροκέφαλος. Έκανε πάντα του κεφαλιού του. Άρχισε να συνειδητοποιεί σιγά σιγά πως για να μην την αναζήτησε έως τώρα, δεν πρόκειται να το κάνει πιο μετά. Τον ήξερε πολύ καλά για να ελπίζει κάτι τέτοιο. Αποφάσισε να γυρίσει επιτέλους σπίτι της και προσπάθησε να παραβλέψει οποιαδήποτε σκέψη την ωθούσε προς τα εκείνον. Έσβησε το τσιγάρο της, άφησε τη λύπη της να την καταβροχθίσει και έμπηξε τα κλάματα.
Δεν είχε πάρει καθόλου τα μάτια του από πάνω της. Το βλέμμα του ήταν κολλημένο σ' εκείνη όλη την ώρα. Αναστατώθηκε πολύ όταν την είδε να κλαίει. Ένιωσε την ανάγκη να την προστατέψει. Να την αγκαλιάσει, να την ακούσει, να την παρηγορήσει. Ένιωσε την ανάγκη να πάει στην απέναντι αποβάθρα, να της συστηθεί και να της εξηγήσει πως δεν χρειάζεται να κλαίει γιατί τώρα ήταν εκείνος εκεί μαζί της. Δε χρειαζόταν πια να είναι μόνη. Ήταν έτοιμος να κατευθυνθεί προς τη μεριά της, όταν άκουσε το συρμό του τραίνου να πλησιάζει από απέναντι. Ευχήθηκε με όλο του το είναι να μην επιβιβαστεί σε αυτό και τη χάσει. Όταν τελικά το τραίνο αναχώρησε, απέναντι δεν είχαν μείνει παρά μόνο τα αποτσίγαρά της. Ένιωσε μια απερίγραπτη θλίψη να καταλύει όλο του το σώμα. Θύμωσε με τον εαυτό του και κλώτσησε με δύναμη τον κάδο που βρισκόταν παραδίπλα. Έμοιαζε απεγνωσμένος και μίζερος. Την ήθελε. Ήθελε μια άγνωστη. Κάτι λεπτά μετά επιβιβάστηκε και ο ίδιος στο τραίνο του, με προορισμό το σπίτι. Χαμένος έτσι όπως ήταν μέσα στις σκέψεις του για εκείνη, ένιωσε το κινητό του να δονείται. Κι όταν το άνοιξε είδε γραμμένο στην οθόνη ένα "Μου λείπεις"

1 σχολίασαν:

Άντρι *γιατί μπορώ* says:
at: 29 Ιανουαρίου 2013 - 8:41 μ.μ. είπε...

Φοβήθηκα ότι δεν θα έχει χαρούμενο τέλος. Μάλλον αυτό το "Μου λείπεις" άλλαξε την μέρα και τον δύο..
..Βγαλμένο από την ζωή.:)

Πληροφορίες

Αρχειοθήκη ιστολογίου

"Τα πιο σπουδαία πράγματα είναι και δυσκολότερο να ειπωθούν. Εκείνα που σε κάνουν ακόμα και να ντρέπεσαι, επειδή την ώρα που τα λες, οι λέξεις μειώνουν τη σημασία τους -οι λέξεις συρρικνώνουν και δίνουν μια καθημερινή, συνηθισμένη διάσταση σε νοήματα που όταν τα είχες στο μυαλό σου περιλάμβαναν τα πάντα..."
Stephen King
“Ένθαδε κείτονται σύμφωνα και φωνήεντα,
φθόγγοι που θα σχημάτιζαν συλλαβές,
που θα γίνονταν λέξεις,
και θ’ απεγκλωβίζονταν μεσα απο σκασμένα χείλη.
Ένθαδε κείτονται όσα λόγια δολοφονήθηκαν
απο ένα αναθεματισμένο δευτερόλεπτο,
ή ίσως κάποια χαμένη ευκαιρία.
Λέξεις που στη θέση τους προτιμήσαμε μια αμήχανη σιωπή.
Ο ουρανίσκος μας καθώς περνούν τα χρόνια,
θυμίζει όλο και περισσότερο νεκροταφείο.
Ένθαδε κείτονται και σαπίζουν χιλιάδες ανείπωτα λόγια.”
— "Επίγραμμα"
Φαίη Ψ

Αναγνώστες

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις