Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

στους δρόμους που χαθήκαμε

Την έβλεπε που κάπνιζε, κάπνιζε συνέχεια. Το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, χωρίς σταματημό. Περίμεναν και οι δύο τον προαστιακό, βέβαια εκείνη βρισκόταν στην απέναντι μεριά. Η αλήθεια είναι πως είχε περάσει αρκετή ώρα στο περίμενε, αλλά αυτό δεν ήταν λόγος για να καπνίζει τόσο.Απ'τη μια φαινόταν σαν κάτι να την απασχολούσε βασανιστικά και απ' την άλλη σαν να μη σκεφτόταν τίποτα απολύτως. Είχε περάσει καιρός από τότε που μια κοπέλα είχε καταφέρει να του τραβήξει την προσοχή σε τέτοιο βαθμό. Παρακολουθούσε εδώ και ώρα με ευλάβεια τις κινήσεις της, το βλέμμα της, τους μαύρους κύκλους κάτω απ' τα μάτια της, τις συσπάσεις του προσώπου της, τα χέρια της, τα μαλλιά της. Εκείνη χαμπάρι δεν είχε πάρει. Συνέχιζε να τραβάει ρουφηξιές απ' το τσιγάρο της και να τσεκάρει τακτικά το κινητό της. Τα μαύρα της μαλλιά ταίριαζαν απόλυτα με τα πανέμορφα θλιμμένα μάτια της. Έμοιαζε τόσο ευάλωτη κι απόμακρη. Η όλη εμφάνιση της προσέδιδε κάτι το μυστηριώδες και το ατίθασο. Ήθελε να απαλύνει τον πόνο της. Ήθελε να την κάνει δική του.
Γιατί δεν την έπαιρνε τηλέφωνο; Γιατί δεν της έστελνε τίποτα; Είχαν περάσει είκοσι ολόκληρα λεπτά απ' την ώρα του καυγά κι εκείνος ακόμα να την πάρει τηλέφωνο. Έχασε επίτηδες τον προαστιακό γιατί περίμενε να την πάρει τηλέφωνο. Να τρέξει από πίσω της. Πρώτη φορά που αργούσε τόσο. Συνήθως, μετά από κάθε καυγά εκείνη έφευγε τρέχοντας, λέγοντας πως δεν ήθελε να τον ξαναδεί μπροστά της. Βέβαια εκείνος, καθόλου σημασία δεν έδινε σ' αυτό, αφού ποτέ έως τώρα δεν την είχε αφήσει να φύγει έτσι. Πάντα την άρπαζε απ' το μπράτσο και την πήγαινε πίσω στο σπίτι, πριν προλάβει να απομακρυνθεί πολύ. Αλλά τώρα, γιατί δεν την έπαιρνε; Είπαν βαριά, άσχημα λόγια, αλλά αυτό γινόταν πάντα. Εκείνη του τα έλεγε για το καλό του, για να τον προστατέψει. Και αυτός το ήξερε. Τα τσιγάρα της σχεδόν τέλειωναν, δεν άντεχε άλλο την αγωνία.
Πήγε και πήρε πάγο απ' το ψυγείο για να τυλίξει το ματωμένο χέρι του. Τσακωνόταν για ακόμη μια φορά μαζί της και πάνω στα νεύρα του έδωσε μπουνιά πάνω στο γυάλινο κάδρο που βρισκόταν πάνω απ' το γραφείο του. Έβαλε τόση δύναμη που το κάδρο έσπασε και μερικά απ' τα γυαλιά του άνοιξαν πληγές στο χέρι. Ήταν έτοιμος να την πάρει τηλέφωνο και να της φωνάξει να γυρίσει πίσω. Όμως αυτή τη φορά κάτι τον σταμάτησε. Ήξερε πως με το να την φέρει πάλι εδώ, τίποτα δε θα άλλαζε. Θα έμενε κολλημένος στις παλιές, κακές συνήθειες που εκείνη τόσο απεχθανόταν. Σιχαινόταν που το έκανε αυτό στον εαυτό του, αλλά όση προσπάθεια κι αν κατέβαλε δε μπορούσε να σταματήσει με τίποτα. Οπότε για το καλό της, αποφάσισε αυτή τη φορά να μην την πάρει τηλέφωνο. Με δάκρυα στα μάτια διέγραψε τον αριθμό του κινητού της και πλησίασε την πόρτα. Πήρε τα κλειδιά και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του κολλητού του για να πάρει τη δόση του.
Δε μπορούσε να σκεφτεί λογικά. Δεν ήθελε να σκεφτεί λογικά. Τον αγαπούσε. Με τα προβλήματά του, με τα όλα του. Έτσι κι αλλιώς ο πόνος του είχε γίνει πια δικός της. Μακάρι να μπορούσε να βάλει ένα τέλος σε ό,τι τον βασάνιζε και να ξεκινούσαν πάλι απ' την αρχή. Απ' το μηδέν. Ήξερε πως κάτι τέτοιο δε θα γινόταν ποτέ, γιατί εκείνος ήταν τόσο ξεροκέφαλος. Έκανε πάντα του κεφαλιού του. Άρχισε να συνειδητοποιεί σιγά σιγά πως για να μην την αναζήτησε έως τώρα, δεν πρόκειται να το κάνει πιο μετά. Τον ήξερε πολύ καλά για να ελπίζει κάτι τέτοιο. Αποφάσισε να γυρίσει επιτέλους σπίτι της και προσπάθησε να παραβλέψει οποιαδήποτε σκέψη την ωθούσε προς τα εκείνον. Έσβησε το τσιγάρο της, άφησε τη λύπη της να την καταβροχθίσει και έμπηξε τα κλάματα.
Δεν είχε πάρει καθόλου τα μάτια του από πάνω της. Το βλέμμα του ήταν κολλημένο σ' εκείνη όλη την ώρα. Αναστατώθηκε πολύ όταν την είδε να κλαίει. Ένιωσε την ανάγκη να την προστατέψει. Να την αγκαλιάσει, να την ακούσει, να την παρηγορήσει. Ένιωσε την ανάγκη να πάει στην απέναντι αποβάθρα, να της συστηθεί και να της εξηγήσει πως δεν χρειάζεται να κλαίει γιατί τώρα ήταν εκείνος εκεί μαζί της. Δε χρειαζόταν πια να είναι μόνη. Ήταν έτοιμος να κατευθυνθεί προς τη μεριά της, όταν άκουσε το συρμό του τραίνου να πλησιάζει από απέναντι. Ευχήθηκε με όλο του το είναι να μην επιβιβαστεί σε αυτό και τη χάσει. Όταν τελικά το τραίνο αναχώρησε, απέναντι δεν είχαν μείνει παρά μόνο τα αποτσίγαρά της. Ένιωσε μια απερίγραπτη θλίψη να καταλύει όλο του το σώμα. Θύμωσε με τον εαυτό του και κλώτσησε με δύναμη τον κάδο που βρισκόταν παραδίπλα. Έμοιαζε απεγνωσμένος και μίζερος. Την ήθελε. Ήθελε μια άγνωστη. Κάτι λεπτά μετά επιβιβάστηκε και ο ίδιος στο τραίνο του, με προορισμό το σπίτι. Χαμένος έτσι όπως ήταν μέσα στις σκέψεις του για εκείνη, ένιωσε το κινητό του να δονείται. Κι όταν το άνοιξε είδε γραμμένο στην οθόνη ένα "Μου λείπεις"

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Ασθμαίνω.


Ασθμαίνω.
-Αυτή η ασθένεια μεταδίδεται με το βλέμμα.
Ερωτευμένοι εραστές πέθαναν πρώτοι, τι καλά. Πέθαναν πρώτοι.

Πιο μετά πανικός και χαμός και τρόμος για ζωή, Ποια ζωή? Τι είπες? Ποια ζωή? Μη με κοιτάς. Δεν σε κοιτώ.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

I never promised you a rose garden.


Σαν ένα ελατήριο, μια στα πάνω μου και μια στα κάτω μου. Αναθεώρηση.
Μισός χρόνος έρωτας, μισός χρόνος πάθος.
Λύπη, ευτυχία, αγωνία, θυμός.
Πολλές αναχωρήσεις και ούτε ένα αντίο ειπωμένο σωστά.
Γιατί έχει σκαλώσει η ενοχή στα σωθικά μου;
Ενεργώ αυθόρμητα, δε σε συναρπάζω.
Ενεργώ αθέμιτα, γίνεσαι κυνικός.
Άχαρα στημένες οι επιλογές μου και δύο ζάρια στα χέρια μου.
Πότε σταμάτησες να παλεύεις για τα λίγα σου;
Μπέρδεψα τις μέρες και τα πρόσωπά σου.
Συνώνυμο της αγάπης πρέπει να είναι η πειθαρχεία. Συμφωνείς; Αναθεώρηση.
Μην παρεξηγείς αυτά που λέω, μην τα παραφράζεις.
Καμία ομοιότητα ανάμεσα στο παρελθόν που ζήσαμε και στο παρελθόν που θυμάμαι.
Εκρηκτικός μηχανισμός η σκέψη μου, εντοπίζει λάθη. Απομυθοποίηση.
Στάχτες οι αναμνήσεις, καίω ότι απέμεινε χωρίς φόβο και αιτία.
Εξάλλου όπως συνήθιζες να μου λες "εσένα δε σε φοβάμαι".
Δίκιο είχες τελικά, ούτε εγώ με φοβάμαι.
Σημασία έχεις εσύ τώρα, εγώ έτσι κι αλλιώς σε απέβαλα από μέσα μου.
Σε παρακαλώ μόνο, συνέχισε να παλεύεις για τα λίγα σου.

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

άλλη μια νύχτα

Ήταν 8 η ώρα, όταν συνειδητοποίησε ότι το μανό στα νύχια της είχε πια στεγνώσει. Κατευθύνθηκε προς το παράθυρο και διέκρινε έναν τρομαχτικά μαύρο ουρανό να απειλεί με βροχές και καταιγίδες. Κακός οιωνός, σκέφτηκε. Έκλεισε τα παντζούρια με κινήσεις νωχελικές και νυσταγμένες. Στα μάτια της η κούραση μπορούσε να γίνει διακριτή απ' τον καθένα. Οι τελευταίοι μήνες είχαν αφήσει το πρόσωπό της ρυτιδωμένο και αφυδατωμένο, παρά το νεαρό της ηλικία της. Ενώ είχε περάσει ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα απ' τον καιρό που μετακόμισε εδώ, ακόμη δεν ήξερε που οφειλόταν ετούτη η φυγή. Τις περισσότερες φορές την απέδιδε στο αγέννητο παιδί της, που έχασε μια για πάντα την ευκαιρία  να έρθει στον κόσμο. Τις άλλες στην ανικανότητά της να βάλει τη ζωή της σε τάξη και να αρχίσει πάλι απ' το μηδέν. Υπήρχαν στιγμές που το μυαλό της ηρεμούσε, γαλήνευε και δε σκεφτόταν τίποτα. Έτσι κι αλλιώς τον τελευταίο χρόνο τον θυμόταν αμυδρά. Μόνο στους εφιάλτες τις ξαναζούσε που και που εκείνη τη φθινοπωρινή νύχτα που παραλίγο να της κοστίσει τη ζωή...
Νοέμβρης ήταν, δε θυμάται την ακριβή ημερομηνία. Βράδυ. Κρύο βράδυ. Εκείνη οδηγούσε. 11 μηνών έγκυος. Το αυτοκίνητο μύριζε τσιγάρο και αλκοόλ. Στα μισά της πορείας άρχιζε να βρέχει δυνατά. Κακός οιωνός, σκέφτηκε. Δυσκολευόταν να διακρίνει την άσφαλτο μπροστά της. Δεν έτρεχε. Δε συνήθιζε να τρέχει όταν οδηγούσε. Πού πήγαινε; Δεν είχε που να πάει. Απλά οδηγούσε. Οδηγούσε και έκλαιγε. Είχε μια τρελή επιθυμία να κατευθυνθεί προς τον πατέρα του παιδιού της. Απέρριψε την ιδέα την ίδια ακριβώς στιγμή που τον φαντάστηκε να κάθεται γύρω απ' το τζάκι του, δίπλα στη γυναίκα του και τα παιδιά του. Πού πήγαινε εκείνο το βράδυ, γαμώτο; Έβγαλε ένα τσιγάρο και τα σπίρτα απ' την τσέπη του παλτού της. Άναψε ένα σπίρτο και εστίασε τη ματιά της στην άκρη του τσιγάρου της, ρουφώντας το. Το μόνο που θυμάται από εκείνη τη στιγμή κι ύστερα, είναι να σηκώνει το βλέμμα της και να διακρίνει δύο φώτα στο ύψος του αυτοκινήτου της να έρχονται καταπάνω της.
Ακριβώς 22 μέρες μετά, θυμάται να ανοίγει με δυσκολία τα μάτια της και να αντικρίζει γύρω της μελαγχολικούς τοίχους και ορούς να τροφοδοτούν το σώμα της. Της είπαν ύστερα ότι καθώς οδηγούσε, έχασε την πορεία της και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα με αποτέλεσμα να προκληθεί μετωπική σύγκρουση με το αυτοκίνητο που περνούσε από εκεί. Της είπαν ότι ο άλλος οδηγός επιβίωσε χωρίς σοβαρά κατάγματα κι ότι λυπούνται πολύ για το χαμένο της παιδί. 
Αλλά αυτά ανήκαν πια στο παρελθόν. Τι τα έφερνε στη θύμηση της τώρα; Όσο κι αν στεναχωριόταν για ότι είχε συμβεί, δεν έβγαινε ούτε δάκρυ απ' τα μάτια της. Είχε πολύ καιρό να κλάψει. Παρατήρησε πως είχε αρχίσει να βρέχει έντονα. Σηκώθηκε με δυσκολία απ' την καρέκλα και έκλεισε το φως της κουζίνας. Γράπωσε τη τσάντα της απ' το τραπέζι και βγήκε στο μπαλκόνι να νιώσει τη βροχή. Ήταν ξυπόλητη και φορούσε μόνο το νυχτικό της. Καθόλου δεν την ενδιέφερε τι θα έλεγαν οι γείτονες. Πλησίασε πολύ κοντά στα κάγκελα και προσπάθησε να καταλάβει αν τη γοητεύει η εικόνα του κορμιού της να κείτεται νεκρό τέσσερις ορόφους πιο κάτω. Μπα, παραήταν δειλή για κάτι τέτοιο. Είχε κάνει λάθη, το παραδεχόταν. Αλλά για πόσο ακόμα θα συνέχιζε να παλεύει με τον ίδιο της τον εαυτό; Για πόσο ακόμα θα συνέχιζε να ζει τη μίζερη ζωή της; Δεν το σκέφτηκε πολύ, πήρε απ' τη τσάντα της το μπουκαλάκι με τα ψυχοφάρμακα και το άδειασε στο κενό. Άφησε τη τσάντα της να πέσει στο πάτωμα, τέντωσε τα χέρια της ψηλά στον αέρα και άφησε τη βροχή να εξαγνίσει την ψυχή της. Και ένιωσε για πρώτη φορά, μετά από καιρό πως υπάρχει ακόμα ελπίδα για εκείνη. Πως υπάρχει ακόμα αφορμή. Πως αν όντως υπάρχει άφεση αμαρτιών, τότε έχουν συγχωρεθεί οι δικές της. Εναπόθεσε γλυκά τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της, κι αν και ήξερε πως δεν υπήρχε δεύτερη ζωή μέσα της πλέον, ψιθύρισε "σ' ευχαριστώ" και ξέσπασε σε λυτρωτικούς λυγμούς και σε δάκρυα...

cherry tree

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

"Τραγούδα μου να φύγει το σκοτάδι"


Εξακρίβωση συναισθήματος.
Για άλλη μια φορά ο λόγος μου με βγάζει άκυρη.
Δε θέλω τίποτα από αυτόν, μόνο να ακούω την ανάσα του.
Κρύα νύχτα κι απόψε, χλωμό το φεγγάρι.
Μπλέχτηκα κάπου ανάμεσα στους αστερισμούς του.
Τι τη θέλω την προσπάθεια για ανακωχή, αφού δεν κάνω για ειρήνη.
Στρίβω τα χέρια στους τοίχους, δεν παίρνω απάντηση.
Πετάγονται οι πόροι σα να θέλουν κάτι να αρπάξουν, από κάπου να γαντζωθούν.
Γυμνώνεται η αλήθεια και προκαλεί τα νιάτα μου.
Η δικτατορία του εγωισμού μου διοργανώνει παρελάσεις.
Φοράω άσπρα φουστάνια και δαγκώνω κόκκινα τριαντάφυλλα.
Πετάω πέτρες σε οτιδήποτε ανοίκειο συναντώ μπροστά μου.
Προκαλώ εντάσεις και ερίζω ανεπιφύλαχτα.
Δεν κάνω για εδώ ρε, πηγαίντε με κάπου αλλού.
Θα 'μαι ήσυχο παιδί, θα υπακούω.
Και δε θα παρασύρομαι, γιατί δεν έχεις ιδέα με πόση ευκολία υποκύπτω.
Εξακρίβωση αισθήματος.
Τώρα τυλίγω τα όνειρά μου μέσα σε ροζ χαρτάκια και τα καίω.
Δίνω όνομα στις ασάφειες που με περιβάλλουν και παίζουμε κρυφτό.
Με τσιμπάω για να σιγουρευτώ ότι ακόμα νιώθω.
Ύστερα χλευάζω την αφή μου που συνεχώς με απογοητεύει.
Τι ανακωχή και μαλακίες, θα βάλω όλη μου τη δύναμη.
Κηρύσσω πόλεμο. Και μάντεψε ποιος είναι ο αντίπαλος.
Δε φαντάζεσαι..

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

http://www.youtube.com/watch?v=FNzQPKPBNwg

Πάνε μέρες τώρα... δε μπαίνω καν στον κόπο να τις μετρήσω, στ' ορκίζομαι. Πάνε μέρες τώρα... πάνε και τα λίγα που ονόμασα δικά μας. Ίσως φταίει το κρασί. Ίσως φταίνε τα τσιγάρα. Ίσως φταίνε τα κεράκια που καίνε δίπλα μου. Η φωτιά τους χορεύει τόσο εριστικά. Ξέρω πως θα συμφωνούσες αν ήσουν εδώ. Ή θα κορόιδευες της παράνοιά μου. Τι εριστικά κεράκια
Τι εριστικός ο σωματικός πόνος που νιώθω τώρα που λείπεις. Σαν να είμαι καλά μόνο όταν είσαι εσύ εδώ. Όταν λείπεις το σώμα μου τρελαίνεται, στ' ορκίζομαι. Κι άντε να τρέχω στους γιατρούς τώρα. Μισώ τις άσπρες στολές, ξέρεις. Γι' αυτό στις απόκριες φοράω πάντα μαύρα. Αλλά μην το πεις σε κανέναν. Αρκετά με τις υπόλοιπες αδυναμίες μου. 
Να μωρέ.. απλά δε μ' αρέσουν τα ροζ συννεφάκια, ούτε οι σαπουνόφουσκες. Γι' αυτό δεν έτρεξα από πίσω σου, όπως θα ήθελες εσύ να είχα κάνει. Γιατί δεν είμαι ροζ. Και δε θυμίζω σε τίποτα με κούκλα στο ράφι που χαμογελάει αυτάρεσκα. Το δείχνω αλλιώς το ενδιαφέρον μου, στ' ορκίζομαι. Δεν ξέρω τι σε μπέρδεψε, νόμιζα πως ήμουν ξεκάθαρη. Βέβαια εγώ νομίζω πολλά. 
Μάλλον σου φέρθηκα σκάρτα. Ναι αυτό είναι, φέρθηκα σκάρτα. Αλλά τι να κάνω τώρα που πια δε μπορώ να σου αλλάξω γνώμη; Μάλλον τίποτα.
Απλά να μωρέ.. τα χέρια μου είναι κρύα όπως τότε και η ματιά μου ανεστίαστη. Και θέλω να σταματήσω να σε σκέφτομαι, στ' ορκίζομαι. Και θα τα καταφέρω, απλά δε μου έχει δοθεί η σωστή ευκαιρία ακόμα. Θα τη βρω όμως την άκρη, στ' ορκίζομαι. Θα τη βρω την άκρη και θα υποχωρήσουν και οι μελανιές, στ' ορκίζομαι. 

Γαμώτο, στ' ορκίζομαι. 

Αλλά τι λέω. Δε θα έπρεπε να ορκίζομαι. Κάποιος, κάποτε, ισχυρίστηκε πως με κάνει να ακούγομαι φθηνή. Αλλά αλήθεια στο λέω, θα είμαι δυνατή.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

beso y quiero, quiero y muero


Ήταν μεσάνυχτα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ένας τσιριχτός, μακρόσυρτος ήχος έσπασε τη σιωπή της νυχτερινής ώρας. Ένα επίμονο, ενοχλητικό άκουσμα που τρύπησε τα αυτιά του.
Τον βρήκε στο γραφείο, πάνω απ' τη γραφομηχανή του, να καπνίζει την πίπα του.

-Παρακαλώ;
-Θέλεις να 'ρθεις να με δεις;
-Έχω δουλειά.
-Έχω να σε δω από εκείνο το βράδυ. Δε σε έπαιρνα τόσες μέρες γιατί υπέθεσα πως έγραφες.
-Γράφω.
-Γράφεις καθόλου για μένα;
-Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να σου πω τι γράφω. Είναι ασχημάτιστη η ιδέα στο κεφάλι μου.
-Ναι, αλλά πες μου γράφεις καθόλου για μένα;
-Μαρία, τι θες; Γιατί με πήρες τηλέφωνο;
-Για να ακούσω λίγο τη φωνή σου. Αντρέα, νιώθω μόνη και σε πήρα για να ακούσω λίγο τη φωνή σου.
-Τα 'παμε αυτά, δεν τα 'παμε; Σε προειδοποίησα, μη μπερδέψεις τις έννοιες στο κεφάλι σου.
-Αντρέα σε θέλω. Μόνο εσένα σκέφτομαι, μυρίζω παντού το άρωμά σου. Πήγαινέ με μια βόλτα.
-Αρκετά με αυτά Μαρία, θα μπορούσα να είμαι πατέρας σου.
-Ναι αλλά δεν είσαι. Κι εγώ είμαι αρκετά μεγάλη για να συντηρώ πια δικό μου σπίτι. Πήγαινέ με μια βόλτα...
-Αυτά είναι παιδιάστικες ανοησίες και το ξέρεις πολύ καλά. Εξάλλου στο ξεκαθάρισα απ' την αρχή. Εγώ για σκύλος δεν κάνω. Γύρνα πίσω στα παιδαρέλια σου, εγώ δε θα σε αφήσω να μου ρουφήξεις το αίμα.
-Γιατί είσαι τόσο σκληρός μαζί μου;
-Μαρία, δεν παίζω παιχνίδια. Δε θα γίνω το παιχνιδάκι σου.
-Κανείς δε σου ζήτησε τέτοιο πράγμα. Αν δε θέλεις να πάμε βόλτα, άσε με τουλάχιστον να περάσω από εκεί.
-Ίσως την άλλη βδομάδα, όταν θα έχω χρόνο.
-Αυτό είπες και την προηγούμενη φορά.
-Η υπομονή μου εξαντλείται. Ήξερες με τι έμπλεκες. Φέρσου ανάλογα λοιπόν. Μην απαιτείς άλλα πράγματα από μένα.
-...
-Πρέπει να σε αφήσω τώρα, προσπάθησε να κοιμηθείς. Καληνύχτα Μαρία.

Ήταν μεσάνυχτα όταν τον πήρε τηλέφωνο. Της έλειψε πολύ και κρεμόταν απ' τα χείλη του. Την καληνύχτισε απότομα και όταν του είπε σ' αγαπώ, η γραμμή είχε ήδη πέσει. Απόκοσμη η θλίψη της, παραλίγο να την ωθήσει στο να πάει να τον βρει. Ήξερε όμως πως κάτι τέτοιο θα επέφερε την καταστροφή σε οτιδήποτε κι αν ήταν αυτό που είχαν μεταξύ τους. Μηχανικά έτριψε τα γυμνά της μπράτσα, σκούπισε τα δάκρυα της, ίσιωσε τους ώμους της και κατευθύνθηκε προς το μονό της κρεβάτι. Ίσως να 'χε δίκιο ο Αντρέας. Ήξερε με τι έμπλεκε, τώρα τι του ζητάει τα ρέστα; Τύλιξε τα χέρια της γύρω απ' τα γόνατά της και ξέσπασε σε λυγμούς. Γιατί της λείπει το θάρρος. Γιατί είναι μόνη της. Γιατί δεν θέλει κανέναν άλλο. Γιατί από όλους τους άλλους, θέλει αυτόν που δε μπορεί να έχει.