Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Οι νύχτες μου δακρύζουν και σε ζητάνε επίμονα πίσω, δε μπορώ να σκεφτώ λογικά
Σπαρταράω σαν το ψάρι έξω απ’ το νερό, δεν μπορώ να συνεχίσω με άλλο ένα χωρίς
Κακόκεφη μετακινούμαι από κτίριο σε κτίριο, απουσιάζοντας από το σώμα μου, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στο στόχο
Σαν σκιά μουτζουρωμένη και τσαλακωμένη, αποκομμένη από τον ιδιοκτήτη της, δε μπορώ να κοπιάρω τις κινήσεις της φυγής σου
Αδυνατώ να πλάσω την ιστορία και να φτιάξω το σενάριό της στο μυαλό μου, δε μπορώ να βάλω τη καρδιά να δουλέψει
Απομακρύνθηκε και τώρα κάνει τα δικά της, δεν μπορεί να γυρίσει πίσω
Είναι και ο καιρός που μου τα χαλάει, δε μπορούν να μου εγγυηθούν πως αύριο και μεθαύριο θα έχει ήλιο
Και είσαι και εσύ που μου στέλνεις μπερδεμένα μηνύματα, δε μπορείς να σταθεροποιηθείς και να διαλέξεις τι θέλεις
Εγώ όμως κουράστηκα και το έχω ξαναπεί και δε ξέρω γιατί το ξαναλέω αλλά, δε μπορώ άλλο πια αυτή τη κατάσταση
Θέλω να εκσφενδονιστεί ο χρόνος και αύριο που θα ξυπνήσω να μη σ’ αγαπάω πια, δε μπορώ όμως να κρέμομαι από τα χείλη των αιώνων
Η άνοιξη είναι και εκείνη κακόκεφη και εγώ, δε μπορώ ο άνεμος να φυσάει τα μαλλιά μου
Γιατί μπάζει το μυαλό αέρα και ανακατεύει τις εικόνες σου κάνοντάς τες πιο ζωντανές και εγώ, δε μπορώ να σε θυμάμαι τόσο έντονα γιατί πονάω
Αλλά εσύ και όλοι όσοι με φωνάζουν με το όνομά μου, δε μπορείτε να με ταξινομήσετε στους σωστούς φακέλους
Και έτσι τα κομμάτια μου πάντα χάνονται και εσείς γκρινιάζετε πως εγώ φταίω, αποκλειστικά και μόνο εγώ, δεν μπορείτε όμως να διακρίνεται το λάθος σας αλλά ούτε και να το παραδεχτείτε
Τέλος πάντων εγώ αφού περισσεύω, φεύγω , δε μπορούν τα όνειρα μου να υποστούν περαιτέρω εκποίηση

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

ξέρω δεν είσαι ότι δείχνεις

Ένας αιώνας μέσα σε ένα κελί χωρίς πόρτες. Παντού κάγκελα.
Στάζει το πάτωμα και το ταβάνι έχει σκόνη.
Ένα σκοινί κρέμεται και ο αέρας το χορεύει εριστικά.
Το κρεβάτι σου άδειο. Το κρεβάτι σου πάντα άδειο.
Τελευταία είσαι συνέχεια κουρασμένος.
Στερείσαι ύπνο, αρνούμενος να κλείσεις τα μάτια σου.
Κατά κάποιο τρόπο δεν θέλεις να αποχωριστείς την κατάντια που σε περιτριγυρίζει.
Η ιδέα να απεγκλωβιστείς μόνος σου απ’ το κελί σου, σου φαίνεται παράλογη.
Το θαύμα όμως που περιμένεις δεν έρχεται.
Παρόλα αυτά εσύ όλο και πιο πολύ ελπίζεις.
Το γράμμα απ’ το θεό έχει σκαλώσει στο ταχυδρομείο. Το ίδιο και η πίστη σου.
Δοκιμάζεται η αντοχή σου και εσύ θέλεις να τα παρατήσεις όλα.
Τα μάτια σου καρφώνονται στο κενό. Απειλές στάζουν απ’ τα αυτιά σου.
Τύψεις σε πλημμυρίζουν και είναι τότε που το είναι σου πάει περίπατο.
Προσπαθείς να βάλεις σε μια τάξη τις σκέψεις σου, αλλά η αταξία φαίνεται να έχει το πάνω χέρι.
Ψέματα. Παντού τα ψέματα σου. Μάταιη μετά η απομυθοποίηση.
Οργανώνεις παραστάσεις κα έχοντας για κοινό τον εαυτό σου δίνεις ρεσιτάλ. Κάθε μέρα.
Βόμβες σκάνε μέσα σου και εσένα απλά σε πιάνει φαγούρα.
Ξύνεις το δέρμα σου μέχρι να το ματώσεις και να ανακουφιστείς.
Την επόμενη μέρα θα είναι όπως ήταν και χθες, έτσι κι αλλιώς.
Σκορπίζεσαι μάταια και μετά τρέχεις να μαζέψεις τα κομμάτια σου.
Είναι μέχρι να σε αναγκάσουν να κάνεις αυτό το κάτι που καιρό τώρα στη σκέψη του αφρίζεις και μαδάς.
Η ιδέα αυτή σου τρώει τα σωθικά και σε αφήνει δεμένο, λειψό.
Θυμήσου, όταν έρθουν να σε πάρουν να δείχνεις απλός και λιγομίλητος.
Δε θέλουν πολλά αυτοί από σένα. Είναι πανούργοι και θα σε λυγίσουν άμα δεν προσέχεις.
Πάντως εγώ σε νιώθω. Εγώ σε καταλαβαίνω και το ξέρω.
Μόνο χάραξε στο κούτελό σου ένα «προσεχώς κατεδάφιση» και θα δεις, σε κανέναν δε θα φανεί παράξενο το γεγονός πως έπεσες και έφαγες τα μούτρα σου…