Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

άλλη μια νύχτα

Ήταν 8 η ώρα, όταν συνειδητοποίησε ότι το μανό στα νύχια της είχε πια στεγνώσει. Κατευθύνθηκε προς το παράθυρο και διέκρινε έναν τρομαχτικά μαύρο ουρανό να απειλεί με βροχές και καταιγίδες. Κακός οιωνός, σκέφτηκε. Έκλεισε τα παντζούρια με κινήσεις νωχελικές και νυσταγμένες. Στα μάτια της η κούραση μπορούσε να γίνει διακριτή απ' τον καθένα. Οι τελευταίοι μήνες είχαν αφήσει το πρόσωπό της ρυτιδωμένο και αφυδατωμένο, παρά το νεαρό της ηλικία της. Ενώ είχε περάσει ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα απ' τον καιρό που μετακόμισε εδώ, ακόμη δεν ήξερε που οφειλόταν ετούτη η φυγή. Τις περισσότερες φορές την απέδιδε στο αγέννητο παιδί της, που έχασε μια για πάντα την ευκαιρία  να έρθει στον κόσμο. Τις άλλες στην ανικανότητά της να βάλει τη ζωή της σε τάξη και να αρχίσει πάλι απ' το μηδέν. Υπήρχαν στιγμές που το μυαλό της ηρεμούσε, γαλήνευε και δε σκεφτόταν τίποτα. Έτσι κι αλλιώς τον τελευταίο χρόνο τον θυμόταν αμυδρά. Μόνο στους εφιάλτες τις ξαναζούσε που και που εκείνη τη φθινοπωρινή νύχτα που παραλίγο να της κοστίσει τη ζωή...
Νοέμβρης ήταν, δε θυμάται την ακριβή ημερομηνία. Βράδυ. Κρύο βράδυ. Εκείνη οδηγούσε. 11 μηνών έγκυος. Το αυτοκίνητο μύριζε τσιγάρο και αλκοόλ. Στα μισά της πορείας άρχιζε να βρέχει δυνατά. Κακός οιωνός, σκέφτηκε. Δυσκολευόταν να διακρίνει την άσφαλτο μπροστά της. Δεν έτρεχε. Δε συνήθιζε να τρέχει όταν οδηγούσε. Πού πήγαινε; Δεν είχε που να πάει. Απλά οδηγούσε. Οδηγούσε και έκλαιγε. Είχε μια τρελή επιθυμία να κατευθυνθεί προς τον πατέρα του παιδιού της. Απέρριψε την ιδέα την ίδια ακριβώς στιγμή που τον φαντάστηκε να κάθεται γύρω απ' το τζάκι του, δίπλα στη γυναίκα του και τα παιδιά του. Πού πήγαινε εκείνο το βράδυ, γαμώτο; Έβγαλε ένα τσιγάρο και τα σπίρτα απ' την τσέπη του παλτού της. Άναψε ένα σπίρτο και εστίασε τη ματιά της στην άκρη του τσιγάρου της, ρουφώντας το. Το μόνο που θυμάται από εκείνη τη στιγμή κι ύστερα, είναι να σηκώνει το βλέμμα της και να διακρίνει δύο φώτα στο ύψος του αυτοκινήτου της να έρχονται καταπάνω της.
Ακριβώς 22 μέρες μετά, θυμάται να ανοίγει με δυσκολία τα μάτια της και να αντικρίζει γύρω της μελαγχολικούς τοίχους και ορούς να τροφοδοτούν το σώμα της. Της είπαν ύστερα ότι καθώς οδηγούσε, έχασε την πορεία της και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα με αποτέλεσμα να προκληθεί μετωπική σύγκρουση με το αυτοκίνητο που περνούσε από εκεί. Της είπαν ότι ο άλλος οδηγός επιβίωσε χωρίς σοβαρά κατάγματα κι ότι λυπούνται πολύ για το χαμένο της παιδί. 
Αλλά αυτά ανήκαν πια στο παρελθόν. Τι τα έφερνε στη θύμηση της τώρα; Όσο κι αν στεναχωριόταν για ότι είχε συμβεί, δεν έβγαινε ούτε δάκρυ απ' τα μάτια της. Είχε πολύ καιρό να κλάψει. Παρατήρησε πως είχε αρχίσει να βρέχει έντονα. Σηκώθηκε με δυσκολία απ' την καρέκλα και έκλεισε το φως της κουζίνας. Γράπωσε τη τσάντα της απ' το τραπέζι και βγήκε στο μπαλκόνι να νιώσει τη βροχή. Ήταν ξυπόλητη και φορούσε μόνο το νυχτικό της. Καθόλου δεν την ενδιέφερε τι θα έλεγαν οι γείτονες. Πλησίασε πολύ κοντά στα κάγκελα και προσπάθησε να καταλάβει αν τη γοητεύει η εικόνα του κορμιού της να κείτεται νεκρό τέσσερις ορόφους πιο κάτω. Μπα, παραήταν δειλή για κάτι τέτοιο. Είχε κάνει λάθη, το παραδεχόταν. Αλλά για πόσο ακόμα θα συνέχιζε να παλεύει με τον ίδιο της τον εαυτό; Για πόσο ακόμα θα συνέχιζε να ζει τη μίζερη ζωή της; Δεν το σκέφτηκε πολύ, πήρε απ' τη τσάντα της το μπουκαλάκι με τα ψυχοφάρμακα και το άδειασε στο κενό. Άφησε τη τσάντα της να πέσει στο πάτωμα, τέντωσε τα χέρια της ψηλά στον αέρα και άφησε τη βροχή να εξαγνίσει την ψυχή της. Και ένιωσε για πρώτη φορά, μετά από καιρό πως υπάρχει ακόμα ελπίδα για εκείνη. Πως υπάρχει ακόμα αφορμή. Πως αν όντως υπάρχει άφεση αμαρτιών, τότε έχουν συγχωρεθεί οι δικές της. Εναπόθεσε γλυκά τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της, κι αν και ήξερε πως δεν υπήρχε δεύτερη ζωή μέσα της πλέον, ψιθύρισε "σ' ευχαριστώ" και ξέσπασε σε λυτρωτικούς λυγμούς και σε δάκρυα...

cherry tree