Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Σ' εκείνο το βράδυ

Εκείνος εναντίον του εαυτού του. Εκείνος ενάντια στον κόσμο. Δύσκολα διακρίνεις τη θλίψη στα μάτια του. Η όλη του εμφάνιση αποπνέει μια άγρια γοητεία που τον καθιστά απροσέγγιστο στα μάτια των άλλων. Σαν να τον βλέπω τώρα μπροστά μου.
Βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο, αλλά δε βγάζει μιλιά. Απλά ακούει και μερικές φορές δεν ακούει τίποτα. Μάτια που κοιτάνε παντού αλλά δεν εστιάζουν πουθενά. Μικρές κακές συνήθειες του που δε μπορεί να κόψει λόγω αδυναμίας. Πάντα ατημέλητος και αντικοινωνικός, μοναχικός από επιλογή. Ο κόσμος παρατηρητικός και αναιδής σχολιάζει, πάντα σχολιάζει. Τις κινήσεις του, τους τρόπους του, την παράξενη συμπεριφορά του. Ονομάζοντας παράξενο και ιδιότροπο το μη σε αυτούς κατανοητό και οικείο. «Ξέρεις κάτι; γάμα τα ήθη τους». Αυτό μου έλεγε όλη την ώρα. «Μην ασχολείσαι, μην παίζεις το παιχνίδι τους, μη γίνεσαι γελοία». Μελαγχολικός και λιγομίλητος. Θυμάμαι μπορούσα να κάθομαι μαζί του για ώρες. «Δε γίνεται να παριστάνω πως είμαι ένας από αυτούς… Ο τρόπος τους δε μου ταιριάζει. Με βαραίνει όλη αυτή η θεατρικότητα».
 Θα ήταν ψέμα αν έλεγα πως τον κατανοούσα πλήρως. Αλλά κάτι μέσα μου είχε ταυτιστεί μαζί του. Με ένα κομμάτι του. Απλά άφηνα την αύρα του να με διακατέχει και τον παρατηρούσα σιωπηλά για ώρες. Γοητευόμουν απ’ τον τρόπο που έδενε τις προτάσεις μεταξύ τους. Ήξερα πως όλα αυτά που μου έλεγε, προέρχονταν από μέσα του. Απ’ το πιο σκοτεινό μέρος της ύπαρξής του. Το καταλάβαινα απ’ τον τρόπο που το βλέμμα του τρυπούσε το κενό όταν μου μιλούσε. Δεν είχε ανάγκη απ’ την παρηγοριά μου. Δεν είχε γενικά ανάγκη από παρηγοριά. Εγώ ένιωθα πως τον χρειάζομαι. Πως χρειαζόμουν τις συμβουλές του. Γιατί μόνο εκείνος ήξερε. Μόνο εκείνος μπορούσε να καταλάβει, χωρίς να με παρεξηγήσει. Όταν ερχόταν η σειρά μου, άκουγε προσεχτικά αυτά που του έλεγα και δεν έχανε ούτε λέξη μου. Και πάντα όταν τελείωνα, απαντούσε συνοπτικά και πολλές φορές με γρίφους ή με ιστορίες.
Είχε την ικανότητα να αιχμαλωτίζει το μυαλό μου, τις σκέψεις μου, ακόμα και τα όνειρα που έκανα όταν κοιμόμουν. Περπάτησε στην καρδιά μου, όπως λίγοι έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής. Ήξερα πως δε θα υπήρχε για πάντα εκεί. Πως κάποτε θα έφευγε, γι’ αυτό και προσπαθούσα να εκμεταλλευτώ την κάθε μου στιγμή μαζί του. Ήταν ξημερώματα μιας φθινοπωρινής Τρίτης την τελευταία φορά που τον είδα και μιλήσαμε. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να περπατάει μαζί μου μέχρι το σπίτι μου και μετά την ανορθόδοξη καληνύχτα του και τον αποχαιρετισμό μας, να μου λέει με ύφος σχεδόν παρακλητικό: «Μικρή, μην αφήσεις ποτέ να σε κάνουν να πιστέψεις πως τα δικά τους λάθη είναι καρφιτσωμένα πάνω σου».

2 σχόλια:

Purple Rompishness * είπε...

Πρώτα απ'όλα ,πανέμορφο κείμενο !
Κατα δεύτερον , πολλές φορές νομίζεις οτι οι άνθρωποι φεύγουν+έπειτα δν γυρίζουν ποτέ ή πολύ σπάνια..όλα αυτά σωστά ,....όμως υπάρχουν και αυτά τα Άτομα ,όπως σε αυτήν την ιστορία ,που θα επανέλθουν στην ζωή σου _κάποια στιγμή σίγουρα!_..Να το θυμάσε !! ;-)
Καλημέρα

φτου ξελευθερία είπε...

@purple rompishness
σ'ευχαριστώ πολύ xx