Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

στο βραδυ εκεινο, θυμασαι?

Δεν σου ζήτησα πολλά. 
Πότε μου δεν είχα απαιτήσεις. 
Το μόνο πράγμα που προσπάθησα να πάρω από σένα, έλειπε. 
Και μετά έφυγες και συ. 
Δεν θυμάμαι και πολύ καλά τον εαυτό μου, αυτές τις εβδομάδες. 
Τις εβδομάδες χωρίς εσένα. 
Όσο κι αν προσπαθώ, δεν με θυμάμαι. 
Πονάει ο χωρισμός δύο ανθρώπων γαμώτο. 
Με όποιον τρόπο κι αν γίνει, πονάει. 
Και είχα πει δε θα νοιαστώ ξανά για αυτή την ιστορία, γιατί δεν άξιζε. 
Παραμύθιασα τόσο πολύ τον εαυτό μου, που τώρα είμαι μπλεγμένη μεταξύ αλήθειας και ψέματος. 
Χάθηκα. 
Και δεν έπρεπε να γίνει έτσι. 
Έπρεπε να σταθώ στο ύψος μου. 
Υπερήφανη και λιγομίλητη. 
Αντ’ αυτού, έκατσα και σου εξήγησα. 
Άφησα να πέσουν πάνω μου κατηγορίες, που δεν θα ‘πρεπε να ‘ταν εκεί. 
Έκατσα και έκλαψα, ακόμα μια φορά, για τα μάτια σου. 
Και που κατέληξα? 
Πάλι στην αρχή. 
Στο μηδέν μου. 
Στο τίποτα. 
Γιατί εκεί με έχω καταδικάσει να ζω. 
Απ’ τις ποινές που μου επιβάλλεις εσύ, η δική μου είναι η πιο βαριά. 
 υ.γ ποτέ δεν θα με δεις να κλαίω.

2 σχόλια:

*Douli* είπε...

...Είναι αστείο πόσο εύκολα ξεχναω,είναι εύκολο να το βρίσκεις αστείο...οι άνθρωποι γύρω μας θέλουν ανανέωση,οι σταθεροί είναι αυτοί που δεν ξεχνάνε!

φτου ξελευθερια είπε...

μονο που καμια φορα αυτες οι ανανεωσεις πονανε αρκετα! αλλα ολα μια συνηθεια ειναι... xx